No More Learning

Είπε και με την ζώστρα του συσφίγγει τον χιτώνα,
προς τα μανδριά πορεύεται, 'που εκλειούσαν χοίρων πλήθη,
σηκόνει δύο, σφάζει τους κ' ευθύς τους καψαλίζει,
και αφού καλά τους λιάνισε 'ς ταις σούβλαις τους περνάει, 75
και άμα τα κρέατ'           τα φέρει του Οδυσσέα,
ζεστά ζεστά μες τα σουβλιά, κ' επάνω τ' αλευρόνει,
και εις καυκί μέσα συγκερνά κρασί γλυκύ σαν μέλι,
και αντικρυνά του κάθεται και τον παρακινάει•
«Ω ξένε, τρώγε απ' το φαγί το χοίρινο, των δούλων, 80
και τα θρεφτάρια ολόπαχα τα ευφραίνονται οι μνηστήρες,
'π' ούτ' έλεος έχουν 'ς την ψυχήν ούτε της δίκης φόβο•
πλην τ' άνομ' έργα οι μάκαρες θεοί δεν αγαπούσι,
αλλά τα δίκαια και χρηστά τιμούν των θνητών έργα.